Meaning of οικογενειακός | Babel Free
/i.ko.ʝe.ni.aˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται στην οικογένεια ή στους δεσμούς που ενώνουν τα μέλη της ή ανήκει σε αυτήν
- που προορίζεται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας οικογένειας
Παραδείγματα
“οικογενειακός γιατρός”
family doctor
“※ Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 https://www.zinapost.gr/newsroom/news/386591_o-petros-kostopoylos-grafei-apohaireta-tin-ti-mykono-poy-haneis/)”
“οικογενειακό αυτοκίνητο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.