HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

οδόφραγμα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
oˈðo.fɾaɣ.ma

Ορισμοί

  1. πρόχειρη κατασκευή από οποιοδήποτε υλικό είναι διαθέσιμο που φράζει ένα δρόμο και χρησιμεύει ως οχύρωμα κατά τη διάρκεια εξεγέρσεων
  2. φυλάκιο με μπάρες που απαγορεύει την ελεύθερη διάβαση ενός δρόμου

Ισοδύναμα

36 more languages

Παραδείγματα

“Οι διαδηλωτές έστησαν ένα οδόφραγμα στον δρόμο.”

The protesters set up a barricade on the street.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οδόφραγμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free