Meaning of οδόστρωμα | Babel Free
/oˈðo.stɾo.ma/Ορισμοί
η επιφάνεια του δρόμου που στρώνεται με άσφαλτο ή τσιμέντο και πάνω της κινούνται τα οχήματα
Παραδείγματα
“το νέο οδόστρωμα στη γειτονιά μας είναι πολύ ασφαλές”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.