HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

οδοντικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
o.ðon.diˈkos

Ορισμοί

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στα δόντια
  2. το σύμφωνο που παράγεται με την επαφή της γλώσσας πάνω στα δόντια

Ισοδύναμα

EnglishDental
Españoldental
25 more languages

Παραδείγματα

“Near-synonym: (pertaining to dentistry) οδοντιατρικός (odontiatrikós)”
“οδοντικό νήμα”

dental floss

“Τα οδοντικά σύμφωνα είναι τα ⟨τ⟩, ⟨δ⟩, ⟨θ⟩ και ⟨ντ⟩”

The dental consonants are ⟨τ⟩, ⟨δ⟩, ⟨θ⟩ and ⟨ντ⟩.

“※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)”
“τα οδοντικά σύμφωνα αποβάλλονται πριν το σίγμα”
“τα οδοντικά σύμφωνα είναι τα τ, δ, θ και ντ”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οδοντικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free