οδοντικός
Ορισμοί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Near-synonym: (pertaining to dentistry) οδοντιατρικός (odontiatrikós)”
“οδοντικό νήμα”
dental floss
“Τα οδοντικά σύμφωνα είναι τα ⟨τ⟩, ⟨δ⟩, ⟨θ⟩ και ⟨ντ⟩”
The dental consonants are ⟨τ⟩, ⟨δ⟩, ⟨θ⟩ and ⟨ντ⟩.
“※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)”
“τα οδοντικά σύμφωνα αποβάλλονται πριν το σίγμα”
“τα οδοντικά σύμφωνα είναι τα τ, δ, θ και ντ”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free