Meaning of ξηροστομία | Babel Free
Ορισμοί
σύμπτωμα ασθένειας ή γενικά προβλήματος υγείας, κατά το οποίο στεγνώνει το στόμα και το άτομο δεν έχει ή αισθάνεται να μην έχει επαρκή σίελο στο στόμα του
Ισοδύναμα
English
dry mouth
Παραδείγματα
“Μερικά σκευάσματα προκαλούν ξηροστομία ως παρενέργεια”
“※ Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.