ξηροστομία
Ορισμοί
σύμπτωμα ασθένειας ή γενικά προβλήματος υγείας, κατά το οποίο στεγνώνει το στόμα και το άτομο δεν έχει ή αισθάνεται να μην έχει επαρκή σίελο στο στόμα του
Ισοδύναμα
9 more languages
Παραδείγματα
“Μερικά σκευάσματα προκαλούν ξηροστομία ως παρενέργεια”
“※ Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free