Meaning of ξημερωθείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
- θα ξημερωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξημερώνομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.