Meaning of ξηλωμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει φθαρεί, ξηλωθεί, ή αποσπασθεί βίαια
- που τον έχουν απομακρύνει από τη θέση του, τον έχουν αποτάξει, του έχουν πάρει τα γαλόνια ή του έχουν αφαιρέσει πάντως κάποιο αξίωμα και τον έχουν περιθωριοποιήσει
Παραδείγματα
“Ο τοίχος στέρεος σαν το φρόνημα του υπερήλικος κατοίκου, ο σοβάς ξηλωμένος σαν τις ρυτίδες στο πρόσωπο του πρόσφυγα (εφημ. "Καθημερινή", 31/10/08, για τα προσφυγικά κτίσματα στη Λεωφ. Αλεξάνδρας, στην Αθήνα)”
“Η επιχείρηση ερήμωσε, με τον εξοπλισμό της ξηλωμένο”
“ξηλωμένος υπουργός, αστυνομικός, στρατιωτικός, πρώην διευθυντής κ.ά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.