HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεψυχισμένος | Babel Free

Verb feminine CEFR C1
/kse.psi.çiˈzme.nos/

Ορισμοί

  1. νεκρός
  2. ξέπνοος, άτονος
  3. πολύ κουρασμένος

Παραδείγματα

“Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος - Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ - Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος - Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.» (Αστραπόγιαννος-Λαμπέτης, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)”
“Μιλούσε με ξεψυχισμένη φωνή”
“'Ηρθε ξεψυχισμένη μετά την τόση ανηφόρα και έκατσε να ανασάνει...”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεψυχισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course