Meaning of ξεψυχισμένος | Babel Free
/kse.psi.çiˈzme.nos/Ορισμοί
- νεκρός
- ξέπνοος, άτονος
- πολύ κουρασμένος
Παραδείγματα
“Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος - Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ - Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος - Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.» (Αστραπόγιαννος-Λαμπέτης, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)”
“Μιλούσε με ξεψυχισμένη φωνή”
“'Ηρθε ξεψυχισμένη μετά την τόση ανηφόρα και έκατσε να ανασάνει...”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.