Meaning of ξεχείλισμα | Babel Free
Ορισμοί
- η υπερχείλιση υγρών από το χείλος ενός σκεύους ή από τις κοίτες ποταμών, λιμνών
-
η πλημμύρα αισθημάτων, η ένταση που ξεπερνά ένα όριο broadly
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ξεχείλισμα της δικής του λύπης, της μοναξιάς, της απελπισίας του. Έσφιξε το αγαπημένο κεφάλι μέσα στα χέρια του... (Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου, του Δημ. Χατζή)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.