HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεχείλισμα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η υπερχείλιση υγρών από το χείλος ενός σκεύους ή από τις κοίτες ποταμών, λιμνών
  2. η πλημμύρα αισθημάτων, η ένταση που ξεπερνά ένα όριο
    broadly

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Ξεχείλισμα της δικής του λύπης, της μοναξιάς, της απελπισίας του. Έσφιξε το αγαπημένο κεφάλι μέσα στα χέρια του... (Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου, του Δημ. Χατζή)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεχείλισμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course