HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεφυλλίζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/kse.fiˈli.zo/

Ορισμοί

  1. ρίχνω μια ματιά σε βιβλίο, περιοδικό κλπ, κοιτάζοντας μερικές μόνο σελίδες στα γρήγορα
  2. αφαιρώ τα φύλλα από ένα φυτό

Παραδείγματα

“※ Στέκω οραματισμένη και πιστεύω. / Δεν ξέρω τι πιστεύω. Ξεφυλλίζω / τα ποιήματά σου κι’ όλο μεσιτεύω. (Μαρία Πολυδούρη, Με της σιωπής τα κρίνα..., από τη συλλογή «Οι Τρίλλιες που Σβήνουν»)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεφυλλίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course