Meaning of ξεφραγμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που τον έχουν ξεφράξει, έχουν βγάλει το φράγμα (π.χ. σε οικόπεδο) ή το εμπόδιο (π.χ. σε αγωγό)
- ξέφραγος, ελεύθερος για όλους
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.