HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεροκεφαλιά | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/kse.ɾo.ce.faˈʎa/

Ορισμοί

η ιδιότητα του ξεροκέφαλου, οι ενέργειες ή πεποιθήσεις που δείχνουν ότι κάποιος πως είναι αγύριστο κεφάλι, η εμμονή σε μια προσωπική απόφαση ή αντίληψη παρότι όλα δειχνουν ότι είναι εσφαλμένη ή μη συμφέρουσα, η αδυναμία να αλλάξει κάποιος άποψη και να ακουσει τη γνώμη των άλλων

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεροκεφαλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course