HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεριζωμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. αυτός που έχει ξεριζωθεί από τον τόπο του, ο εκτοπισμένος
  2. αυτός που έχει φύγει χρόνια από τον τόπο του ως μετανάστης για οικονομικούς λόγους και εξακολουθεί από ανάγκη να μένει μακριά από τις ρίζες του
  3. αυτό που έχει χάσει τις ρίζες του, έχει αποκοπεί από την φυσική του καταγωγή, από τις οικείες συμπεριφορές ή συναισθήματα, που αλλάζει δραστικά
  4. το φυτό που έχει αποσπαστεί από το χώμα μαζί με τις ρίζες του

Παραδείγματα

“Οι ξεριζωμένοι Πόντιοι, Αρμένιοι”
“Οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες που βρέθηκαν στην Ευρώπη για ένα πιάτο φαϊ”
“Ο Ιαβέρης ένιωθε ξεριζωμένος.. φιλόσοφος... οσο κι αν ζητούσε τον εαυτό του, δεν τον έβρισκε πια ("Οι Αθλιοι" του Ουγκό, ο Ξεστρατισμένος Ιαβέρης)”
“Στα ποδια του Παρθενώνα καλύβες... ιερά μάρμαρα στοιχειωμένα... φυτείες, ξεραμένες, ξεριζωμένες,πυρπολημένες... δακρυσμένες γυναίκες χωρίς ψωμί (La Grèce telle qu’elle est, του Πέρου Μωραϊτίνη, 1877)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεριζωμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course