HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεπούλημα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. εκποίηση, το πούλημα στοιχείων ενεργητικού μιας εταιρείας ή χώρας όσο-όσο για την απόκτηση ρευστότητας, δηλαδή η πώληση ειδών ή υπηρεσιών ή πλουτοπαραγωγικών πηγών σε πολύ χαμηλές τιμές
  2. η εκποίηση ιδεών και αξιών
    figuratively

Παραδείγματα

“μετά την πτώση του Κομμουνισμού στο πρώην ανατολικό μπλοκ, η ιδιωτικοποίηση των κρατικών εταιρειών βρήκε έντονο ανταγωνισμό και από εκεί που ήταν μια (ενδεχομένως) επικερδής διαδικασία οι ελληνικές κυβερνήσεις βρέθηκαν στο δίλημμα να ξεπουλήσουν τις εταιρείες που είχαν κρατικοποιήσει μετά την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ, λόγω απώλειας ανταγωνιστικότητας, ή να ανέχονται - οι κυβερνήσεις - τη συσσώρευση ελλειματικών προϋπολογισμών. Η απαγόρευση δια νόμου του 1987 η οποία απαγορεύει την αύξηση μισθού των δημοσίων υπαλλήλων ήταν η αφορμή για κατά τόπους απεργιακές κινητοποιήσεις των κάθε εργαζομένων κρατικών εταιρειών μέχρι σήμερα να διαδηλώνουν περί ξεπουλήματος κεκτημένων και δημόσιας περιουσίας”
“τόσο καιρό μαζί και με ξεπουλάς με άλλη;”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεπούλημα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course