HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεπερασμένος | Babel Free

Verb feminine CEFR C1
/kse.pe.ɾa.zme.nos/

Ορισμοί

  1. παρωχημένος ή που πρόσφατα έμεινε πίσω, καθώς τον ξεπέρασαν οι εξελίξεις
  2. που έχει μείνει πίσω στον τομέα του (όπως η τέχνη)

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“ξεπερασμένος νόμος, ξεπερασμένη γλώσσα, τακτική, στρατηγική, ιδεολογία”
“Ο Κώστας, ό,τι είχε να δώσει στην επιχείρηση το έδωσε, είναι πια ξεπερασμένος.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεπερασμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course