Meaning of ξεπερασμένος | Babel Free
/kse.pe.ɾa.zme.nos/Ορισμοί
- παρωχημένος ή που πρόσφατα έμεινε πίσω, καθώς τον ξεπέρασαν οι εξελίξεις
- που έχει μείνει πίσω στον τομέα του (όπως η τέχνη)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ξεπερασμένος νόμος, ξεπερασμένη γλώσσα, τακτική, στρατηγική, ιδεολογία”
“Ο Κώστας, ό,τι είχε να δώσει στην επιχείρηση το έδωσε, είναι πια ξεπερασμένος.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.