Meaning of ξεπάστρεμα | Babel Free
Ορισμοί
-
το αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα familiar, figuratively
-
εξόντωση, αφανισμός, εξαφάνιση (π.χ. οικονομίες, καταθέσεις) familiar, figuratively
-
δολοφονία, φυσική εξόντωση familiar, figuratively
-
ξεκαθάρισμα, καθάρισμα familiar
Παραδείγματα
“※ Με «κοινωνική συναίνεση» το ξεπάστρεμα των μισθών (εφημερίδα Ριζοσπάστης, 11/1/2012)”
“ο κήπος θέλει ξεπάστρεμα απ' τα χόρτα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.