Meaning of ξεπάγιασμα | Babel Free
Ορισμοί
- η αίσθηση του έντονου κρύου σε ζωντανά πλάσματα ή το αποτέλεσμά του σε φυτά
- ο θάνατος από υποθερμία, στον πόλεμο, σε αντίξοες συνθήκες, στα βουνά (ή από τον παγωνιά για ζώα)
- στον πληθυντικό, τα ξεπαγιάσματα ως ουσιαστικό, σήμαιναν κατά τον 20ο αιώνα τις χιονίστρες, τα χείμετλα
Παραδείγματα
“ο πόνος απ' το ξεπάγιασμα στα δάχτυλα, η αγωνία μήν τα χάσουμε”
“ήξερε αυτή τη ζέστα κι αυτή τη νύστα πριν το ξεπάγιασμα (Ανυπεράσπιστοι, του Δημήτρη Χατζή)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.