Meaning of ξεμωραίνω | Babel Free
kse.moˈɾe.noΟρισμοί
κάνω κάποιον να αρχίσει να τα χάνει, να παθαίνει άνοια και να κάνει ανοησίες σαν να ήταν μωρό
transitive
Παραδείγματα
“Αυτή η γυναίκα τον ξεμώρανε τον άνθρωπο”
“Μου φαίνεται πως ξεμωράθηκε ο κυρ-Κώστας, μήπως να τηλεφωνήσουμε στα παιδιά του;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.