ξεμπλοκάρω
Ορισμοί
-
απελευθερώνω εξάρτημα ενός μηχανισμού που είχε μπλοκάρει transitive
-
αποκαθιστώ την ομαλή λειτουργία ενός μηχανήματος ή συστήματος transitive
-
απελευθερώνομαι, λειτουργώ και πάλι ομαλά intransitive
-
ξαναβρίσκω την φυσιολογική μου σκέψη, ζωή, συμπεριφορά μετά από μία περίοδο (στιγμιαία ή μεγαλύτερης διάρκειας) κατά την οποία το μυαλό μου ήταν αγκυλωμένο, κολλημένο, μη λειτουργικό, μη δημιουργικό, σαν να το εμπόδιζε κάτι intransitive
Ισοδύναμα
11 more languages
Българскиосвобождавам
Bosanskideblokirati
Hrvatskideblokirati
Latinapublico
Portuguêsdesbloquear
Српскиdeblokirati
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free