Meaning of ξεμπερδεύω | Babel Free
/kse.beɾˈðe.vo/Ορισμοί
- ενεργώ έτσι ώστε κάτι ή κάποιος να πάψει να είναι μπερδεμένο(ς)
- ενεργώ έτσι ώστε κάτι να πάψει να με απασχολεί, απαλλάσσομαι από κάτι που ταλαιπωρεί, τελειώνω κάτι που πρέπει να κάνω
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ξεμπέρδεψα με τις εξετάσεις. Θα πάω διακοπές.”
I finished the exams. I'll go on vacation.
“ξεμπερδεύω ένα κουβάρι μαλλί που είχε μπλεχτεί”
“όταν ξεμπερδέψω με τις δουλειές μου, θα σου τηλεφωνήσω να συναντηθούμε”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.