Meaning of ξεμοναχιάζω | Babel Free
/kse.mo.naˈça.zo/Ορισμοί
- απομακρύνω κάποιον από τους άλλους ανθρώπους επιδιώκοντας να βρεθώ μόνος μαζί του
-
απομακρύνομαι προσωρινά κάπου απόμερο ή ερημικό passive
Παραδείγματα
“※ Τὸ σπιτάκι παραφουσκωμένο πισωπατοῦσε, μουλωχτὰ ἔφευγε. Οἱ φτερωτὲς τοῦ μύλου ἀκίνητες, πεῖσμα ἔδειχναν καὶ τὸ ξάφνισμα ἑνοῦ δράκου. Σύντροφοι ὅμως ἦταν καὶ τοὺς κοίταζα μὲ ψυχοπόνια. Μὰ ζηλιάρα ἡ καταχνιὰ ἔσυρε καὶ κεῖ τὴν ὑγρὴ σκέπη της, μᾶς ξεμονάχιασε στὴ γολέτα.”
“※ Στο πλάι πίσω, πυργωμένη η Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο ατίμητο αρχαίο χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις δυο κολωνίτσες που ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο βράχο, κάτω από τα μαύρα τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ' τη σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από 'δω, μια κανονικιά πυραμίδα ξεμοναχιασμένη σα νησί.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.