Meaning of ξεμακραίνω | Babel Free
/kse.maˈkɾe.no/Ορισμοί
απομακρύνομαι, κινούμαι ώστε να φτάσω σε μια σχετικά μεγάλη απόσταση από κάποιον ή κάτι
Παραδείγματα
“※ Καμιά φορά τα απογεύματα ξεμάκραινε από το υποστατικό και πήγαινε μέχρι την παραλία. (Νίκος Θέμελης, (2014) Η αναχώρηση [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.