Meaning of ξελασπώνω | Babel Free
/kse.laˈspo.no/Ορισμοί
- καθαρίζω κάποιον ή κάτι από τις λάσπες
- βγαίνω από περιοχή με λάσπες
-
βοηθάω κάποιον να βγεί από μια δύσκολη κατάσταση figuratively
-
βγαίνω από κάποιο αδιέξοδο (οικονομικό κ.λπ.), ξεμπλέκω figuratively
Παραδείγματα
“ξελάσπωσε τα παπούτσι σου, πριν μπεις μέσα στο σπίτι”
“είδα κι έπαθα να ξελασπώσω το αυτοκίνητο από το λάκκο”
“τον ξελάσπωσαν οι δικοί του, όταν είχε κάνει την κομπίνα”
“επιτέλους, αποπλήρωσα το δάνειο και ξελάσπωσα!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.