HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ξεκωλιάρα

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
ksekoˈʎaɾa

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκωλιάρης
    accusative, feminine, nominative, singular, vocative
  2. γυναίκα με πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους
    offensive

Παραδείγματα

“※ «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ξεκωλιάρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free