Meaning of ξεκωλιάρα | Babel Free
/ksekoˈʎaɾa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκωλιάρης accusative, feminine, nominative, singular, vocative
-
γυναίκα με πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους offensive
Παραδείγματα
“※ «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.