Meaning of ξεκρέμαστος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν κρέμεται από κάποιο σημείο
-
που δεν έχει κάποιον/ κάτι να τον στηρίξει υλικά ή/και ηθικά figuratively
Παραδείγματα
“έχει περάσει ένας μήνας από τότε που μετακομίσαμε και ακόμα όλοι οι πίνακες είναι ακόμα ξεκρέμαστοι”
“περιμένω να έρθεις στο δικαστήριο για μάρτυρας. Μη με αφήσεις ξεκρέμαστο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.