HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεκρέμαστος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν κρέμεται από κάποιο σημείο
  2. που δεν έχει κάποιον/ κάτι να τον στηρίξει υλικά ή/και ηθικά
    figuratively

Παραδείγματα

“έχει περάσει ένας μήνας από τότε που μετακομίσαμε και ακόμα όλοι οι πίνακες είναι ακόμα ξεκρέμαστοι”
“περιμένω να έρθεις στο δικαστήριο για μάρτυρας. Μη με αφήσεις ξεκρέμαστο”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεκρέμαστος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course