Meaning of ξεκουτιαίνω | Babel Free
/kse.ku.ˈtçe.no/Ορισμοί
κάνω κάποιον να χάσει σταδιακά τις νοητικές του δυνάμεις, συνήθως λόγω ηλικίας, να γίνει ξεκούτης
intransitive, transitive
Παραδείγματα
“(αμετάβατο) Πάει, ξεκούτιανα! Δεν μπορώ να θυμηθώ τον αριθμό του κινητού μου”
“(μεταβατικό) ※ Διονύσιος Σολωμός, ποίημα Η Πρωτοχρονιά @greek-language.gr”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.