Meaning of ξεκουτιάρης | Babel Free
Ορισμοί
το άτομο τρίτης ηλικίας που παρουσιάζει άνοια ή έκπτωση των διανοητιών λειτουργιών του, που ξεκουτιαίνεται
offensive
Παραδείγματα
“※ Τέτοιος ξεκουτιάρης εἶν ̓ ὁ γέρος μου· ὅ,τι τοῦ κατέβῃ στὸ ξερό του, δύσκολα τοῦ τὸ βγάζεις (Παρνασσός, τόμος 17, 1894μ σελ. 674)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.