Meaning of ξεκουράζομαι | Babel Free
/kse.kuˈɾa.zo.me/Ορισμοί
- παραμένω σε μια κατάσταση κατά την οποία δεν εργάζομαι ώστε να ανακτήσω τις σωματικές, πνευματικές κλπ δυνάμεις μου και να μου φύγει η κούραση
- κάτι στο οποίο παρέχω χρόνο ώστε να ολοκληρωθεί σε αυτό διαδικασία, δείγμα που του παρέχεται χρόνος ώστε ή ζύμωση ή οι χημικές αντιδράσεις να επιτελεστούν
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.