HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεκουράζομαι | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/kse.kuˈɾa.zo.me/

Ορισμοί

  1. παραμένω σε μια κατάσταση κατά την οποία δεν εργάζομαι ώστε να ανακτήσω τις σωματικές, πνευματικές κλπ δυνάμεις μου και να μου φύγει η κούραση
  2. κάτι στο οποίο παρέχω χρόνο ώστε να ολοκληρωθεί σε αυτό διαδικασία, δείγμα που του παρέχεται χρόνος ώστε ή ζύμωση ή οι χημικές αντιδράσεις να επιτελεστούν

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεκουράζομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course