Meaning of ξεθηλυκώνω | Babel Free
Ορισμοί
ανοίγω κάτι, συχνά ρούχο, βγάζοντας ένα κουμπί από το θηλύκι του, ή ανοίγοντας έναν παρόμοιο μηχανισμό
Παραδείγματα
“※ Έσκυψε και ξεθηλύκωσε τα κουμπιά στην πλάτη του φορέματός της (Κώστας Βουλαζέρης, Δαίμονες του Παρόντος, εκδ. Φανταστικός Ορίζοντας, σελ. 638)”
“※ Αυτή με κλειστούς πάντοτε οφθαλμούς ξεθηλύκωσε τον κορσέν της (Ν. Ι. Σπανδόνης, Η Αθήνα μας, Σκηναί εκ του Αθηναϊκού Βίου, 1893)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.