Meaning of ξεγοφιάρης | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που του έχουν βγει ο/οι γοφοί,
-
αυτός που αισθάνεται τόσο εξαντλημένος από την κούραση σαν να του έχουν εξαρθρωθεί τα μέλη του figuratively
Παραδείγματα
“(παροιμία) το πρωί ήσουν καβαλάρης και το βράδυ ξεγοφιάρης”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.