HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεΐγκλωτος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεν είναι δεμένος με ίγκλα
    dated, literally
  2. ασουλούπωτος, ατημέλητος
  3. αχρείος, ξετσίπωτος
    dated, figuratively

Παραδείγματα

“※ Είναι ακαλαίσθητο να βλέπεις έναν βουλευτή να πηγαίνει ξεΐγκλωτος στη Βουλή , με σαγιονάρες ή με πουκάμισα πλουμιστά ... ή ασιδέρωτος , με τσαλακωμένα σακάκια ... (H κυβέρνηση τράκαρε με τη μόδα... τώρα ούτε το "my style rocks" δεν τη σώζει!..., Το Βήμα της Αιγιάλειας, 21 Δεκεμβρίου 2017)”
“※ Ήταν τσουρουφλισμένη άπό τον άγριο ήλιο, ξεφλουδιζόταν. Ξυπόλητη. Κράταγε ένα βαλιτσάκι, ένα σπαστό οκρίβαντα και δυο τελάρα. Εκείνος ήταν ξεΐγκλωτος, ολο κόκκαλα και γωνίες. Ακούρευτος, γενάτος, ξανθός κι αυτός, μέ κάτι ατελείωτες .. (Νέα Εστία, τεύχη 1385-1389, σελ. 534)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεΐγκλωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course