Meaning of ξαρμάτωτος | Babel Free
Ορισμοί
- ο αφοπλισμένος, που του έχουν αφαιρεθεί τα όπλα δια της βίας
- o άοπλος, που δεν φέρει όπλα τη συγκεκριμένη στιγμή
Παραδείγματα
“Μα στο τέλος, το σπαθί του έσπασε στο χέρι του, και σαν τον είδαν ξαρμάτωτο, με άγριους αλαλαγμούς έπεσαν απάνω του και ζωντανό τον άρπαξαν. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.