HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξαρμάτωτος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο αφοπλισμένος, που του έχουν αφαιρεθεί τα όπλα δια της βίας
  2. o άοπλος, που δεν φέρει όπλα τη συγκεκριμένη στιγμή

Παραδείγματα

“Μα στο τέλος, το σπαθί του έσπασε στο χέρι του, και σαν τον είδαν ξαρμάτωτο, με άγριους αλαλαγμούς έπεσαν απάνω του και ζωντανό τον άρπαξαν. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξαρμάτωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course