Meaning of ξαγοράρη | Babel Free
Ορισμοί
- ξαγοράρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ξαγοράρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ξαγοράρης accusative, genitive, singular, vocative
- ξαγοράρης, στην αιτιατική του ενικού
- ξαγοράρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.