HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξέσκεπος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. ασκεπής, χωρίς σκεπή, σε εκτεθειμένο χώρο
  2. ξεσκέπαστος
  3. σε κοινή θέα, φανερωμένος, ακάλυπτος, αποκαλυμμένος
  4. χωρίς καπέλο

Παραδείγματα

“Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό (Οδυσσέας Ελύτης, "Το Μονόγραμμα")”
“Η τρικυμία εξακολουθεί. Εφθάσαμεν, αυθέντα μου καλέ μου. Έμβα μέσα. Την νύκτα, εις τα ξέσκεπα, με τόσην τρικυμίαν, δεν είναι άνθρωπος ν' αντέχη ("Βασιλιάς Λήρ", μετάφραση Δημ. Βικέλα)”
“Θα πουντιάσεις αν κοιμηθείς ξέσκεπος στη βεράντα, ρίξε ένα σεντόνι επάνω σου”
“δεν αποτρελλαίνεται ο κόσμος εκεί με τέτοια φυσικά νανουρίσματα κι ονειριάσματα, παρά κοιτάζει την ωριόφαντη τη φύση καθώς κοπέλλα κοιτάζει τα ξέσκεπα κάλλη της στον καθρέφτη. (Αργύρης Εφταλιώτης, "Η Μαζώχτρα")”
“Κάθε φορά που ήθελεν έβγει από το παλάτι της διά να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον (Παραμύθια της Χαλιμάς, έκδοση 1921, Μιχ. Σαλίβερου)”
“κι εκρέμασαν λυπητερά και παραπονεμένα μπροστά στην εικόνα τα ξέσκεπα κεφάλια τους με τους μακριούς και μαύρους τσαμπάδες (Κώστας Κρυστάλλης, "Η εικόνα")”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξέσκεπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course