Meaning of ξέρανε | Babel Free
/ˈkse.ɾa.ne/Ορισμοί
- γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
- γ' πληθυντικό παρατατικού του ρήματος ξέρω, εναλλακτικός τύπος του ξέραν, ήξεραν
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.