Meaning of ντρέσινγκ | Babel Free
Ορισμοί
: γενική ονομασία οποιασδήποτε κρύας σάλτσας που συνοδεύει σαλάτα προσθέτοντας νοστιμιά, ανεξάρτητα αραίωσης, γεύσης, ή επιλογής υλικών όπως είναι π.χ. η μαγιονέζα.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.