Meaning of ντουφεκίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
- θα ντουφεκίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ντουφεκίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.