Meaning of ντεμαράζ | Babel Free
/de.maˈɾaz/Ορισμοί
- η επιτάχυνση ενός δρομέα λίγο πριν από τον τερματισμό και η επακόλουθη προπόρευσή του από τους συναθλητές του
-
οποιαδήποτε ανάλογη προσπάθεια και προπόρευση broadly
Παραδείγματα
“Στους αγώνες δρόμου το ντεμαράζ γίνεται συνήθως μετά το τελευταίο βιράζ.”
“Ενώ βρισκόταν στην 5η θέση, έκανε ένα εκπληκτικό ντεμαράζ, ξεπέρασε τέσσερις αθλήτριες και κατέκτησε ανέλπιστα το χρυσό μετάλλιο!”
“※ Ντεμαράζ ΠΑΟΚ με αναρρίχηση στη δεύτερη θέση (@efsyn, 1/2/2017)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.