Meaning of νοοτροπία | Babel Free
/no.o.tɾoˈpi.a/Ορισμοί
ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός λαού· το σύνολο των πεποιθήσεων, των φόβων, των προκαταλήψεων που τελικά καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ή των ομάδων
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ἡ νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός και αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.