νοοτροπία
Ορισμοί
ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός λαού· το σύνολο των πεποιθήσεων, των φόβων, των προκαταλήψεων που τελικά καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ή των ομάδων
Ισοδύναμα
32 more languages
العربيةعقلية
Българскиманталите́т
Bosanskiменталитет
Češtinamentalita
Cymraegmeddylfryd
Dansktankegang
DeutschDenkartDenkungsartDenkweiseEingestelltheitEinstellungGeistesartGeisteshaltungMentalitätMindset
Gàidhligdòigh-smaoineachaidh
Galegomentalidade
हिन्दीमानसिकता
Hrvatskiменталитет
Bahasa Indonesiapola pikir
한국어심리
Македонскименталитет
Polskimentalność
Portuguêsmentalidade
Slovenčinamentalita
Српскименталитет
Svenskatankesätt
Türkçezihniyet
Українськаменталітет
Παραδείγματα
“※ Ἡ νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός και αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free