Meaning of νομιμότητα | Babel Free
Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ή κάτι νόμιμο(ς)
- η κατάσταση κατά την οποία επικρατεί το νόμιμο
Ισοδύναμα
English
legality
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.