Meaning of νομικό πρόσωπο | Babel Free
/no.miˈko ˈpɾo.so.po/Ορισμοί
ο δια νόμου φορέας που δημιουργείται με σύζευξη, συνένωση φυσικών προσώπων, αλλά και με άλλων νομικών προσώπων για την επίτευξη ενός σκοπού ή, γενικότερα, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μελών του
Ισοδύναμα
English
legal person
Παραδείγματα
“≠ αντώνυμα: φυσικό πρόσωπο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.