Meaning of νοικοκυρευτούν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
- θα νοικοκυρευτούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νοικοκυρεύομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.