Meaning of νιόπλυτος | Babel Free
/ˈɲo.pli.tos/Ορισμοί
συνώνυμο του φρεσκοπλυμένος, που μόλις έχει πλυθεί
literary
Παραδείγματα
“※ έριξε φωνή στις κότες, που σιμώνανε το νιόπλυτο σιτάρι τ’ απλωμένο στον ήλιο.”
“≋ ταυτόσημα: νιοπλυμένος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.