Meaning of νιτροποίηση | Babel Free
/ni.tɾoˈpi.i.si/Ορισμοί
χημική διαδικασία κατά την οποία, με την δράση βακτηρίων ή άλλων μικροοργανισμών, η αμμωνία μετατρέπεται σε νιτρικά άλατα ή άλλες αζωτούχες ενώσεις, σημαντικές για την διατροφή των φυτών
Ισοδύναμα
English
nitrification
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.