Meaning of Νικολό | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό όνομα, αντίστοιχο του Νικόλαος
-
γενική ενικού του Νικολός (συχνά και στην κλητική) genitive, singular
Παραδείγματα
“ο Νικολό Παγκανίνι υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους του βιολιού όλων των εποχών”
“μήπως ξέρεις από πού βγήκε η παροιμία «τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει»;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.