HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Νικολό | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα, αντίστοιχο του Νικόλαος
  2. γενική ενικού του Νικολός (συχνά και στην κλητική)
    genitive, singular

Παραδείγματα

“ο Νικολό Παγκανίνι υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους του βιολιού όλων των εποχών”
“μήπως ξέρεις από πού βγήκε η παροιμία «τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει»;”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Νικολό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course