Meaning of νηστικό | Babel Free
/ni.stiˈko/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του νηστικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νηστικός
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.