HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νησιώτικος | Babel Free

Adjective CEFR B2
/niˈsço.ti.kos/

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται στους νησιώτες και τα νησιά
    familiar
  2. που αποτελείται από νησιά
  3. που αναφέρεται στα νησιά

Ισοδύναμα

English Insular

Παραδείγματα

“οι νησιώτικοι χοροί είναι ζωηροί και χαρούμενοι”
“μας μαγεύει η νησιωτική αρχιτεκτονική του Αιγαίου, με τα χαρακτηριστικά νησιώτικα κάτασπρα σπιτάκια της, τα γαλάζια χρώματα, τις καμάρες...”
“ένα νησιωτικό σύμπλεγμα”
“η νησιωτική πολιτική σε νησιωτικά κράτη όπως η Ελλάδα, ασκείται από συγκεκριμένα υπουργεία”
“μας μαγεύει η νησιωτική αρχιτεκτονική του Αιγαίου, με τα χαρακτηριστικά νησιώτικα κάτασπρα σπιτάκια της, τα γαλάζια χρώματα, τις καμάρες...”
“άλλη μορφή: νησιώτικος (οικείο, λιγότερο επίσημο)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νησιώτικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course