HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νεόφερτος | Babel Free

Adjective CEFR B2
/neˈo.feɾ.tos/

Ορισμοί

  1. που που τον έχουν φέρει πρόσφατα, που έχει έρθει πρόσφατα
  2. που έχει εισαχθεί ή καθιερωθεί πρόσφατα

Παραδείγματα

“※ Με την παραπάνω απλοποίηση, το πάρτυ έγινε προσιτό διανοητικά και στους αγοραίους και στους νεόφερτους από το χωριό. Ήταν και «νυχτέρι« και «γλέντι με ρεφενέ». Και το ότι απ'αυτό είχε αποβληθεί το «τραπέζωμα» βοήθησε πολύ στο να γίνει δεκτό απ'τους γονείς (Εμμανουήλ Ζάχος, Πιάτσα, εκδ. Κάκτος, 1980, σελ. 262)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νεόφερτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course