HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νευροπαθητικός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που αφορά πόνο που προκαλείται από δυσλειτουργία ή βλάβη του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος
  2. που έχει σχέση με νευροπάθεια ή αναφέρεται σ’ αυτή

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νευροπαθητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course