HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νεροκουβαλητής | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

  1. άτομο που εμπορεύεται ή απλά μεταφέρει νερό
    rare
  2. που κάνει διάφορες δουλειές, συνήθως αγγαρείες ή μη επιλήψιμες, από τις οποίες τελικά έχει κέρδος κάποιος τρίτος
    figuratively, offensive

Παραδείγματα

“※ Ας καθότανε στην Ελλάδα βοηθός στο Πολυτεχνείο να τον έχουν νεροκουβαλητή. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νεροκουβαλητής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course